διάφευξις

διά-φευξις, εως, ,
A escaping, means of escape, Th.3.23, J.AJ17.10.7, Plu.TG5 (v.l. -φυξις), D.C.40.32; avoidance, Phld.Rh.1.192S.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάφευξις — και διάφυξις (Α) διαφυγή, μέσα για διαφυγή …   Dictionary of Greek

  • διάφευξις — escaping fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφεύξει — διάφευξις escaping fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαφεύξεϊ , διάφευξις escaping fem dat sg (epic) διάφευξις escaping fem dat sg (attic ionic) διαφεύγω get away from fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάφευξιν — διάφευξις escaping fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάφυξις — διάφυξις, η (Α) διάφευξις* …   Dictionary of Greek

  • διαφεύξῃ — διαφεύξηι , διάφευξις escaping fem dat sg (epic) διαφεύγω get away from fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.